Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άσωτος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(I)
-η, -ο (AM ἄσωτος, -ον) (Ι) σώζω
σπάταλος, έκλυτος, διεφθαρμένος
αρχ.-μσν.
1. αυτός που δεν έχει ελπίδα σωτηρίας, που βρίσκεται σε απόγνωση
2. ενεργ. αυτός που φέρνει την καταστροφή, που αποτελεί κατάρα για κάποιον
3. φρ. «ἀσώτως ἔχω» — κινδυνεύει η ζωή μου.
(II)
-η, -ο
άσωστος.