Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έγκαιρος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἔγκαιρος, -ον)
1. αυτός που γίνεται στον κατάλληλο χρόνο, επίκαιρος
2. αρμόδιος, κατάλληλος
μσν.- νεοελλ.
(για καρπούς)
1. ώριμος, γινωμένος
2. φρέσκος («έγκαιρο σταφύλι»)
3. πρόσφατος.