Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έννυμι

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

ἕννυμι και ἑννύω, ιων. τ. εἵνυμι και εἱνύω (Α)
1. ντύνω, περιβάλλω κάποιον με κάτι (ενδύματα, ασπίδα, πανοπλία κ.λπ.)
2. (μέσ. και παθ. με αιτ. πράγμ.) ντύνομαι, φορώ κάτι («κακὰ δὲ χροΐ εἵματα εἷμαι» — έχω φορέσει στο σώμα μου παλιόρουχα, Ομ. Οδ.)
3. σκεπάζω το σώμα μου, σκεπάζομαι, καλύπτομαι («ὦ τὸν ἀεὶ κατὰ γᾱς σκότον εἵμενος» — ω εσύ, που έχεις σκεπαστεί με το αιώνιο σκοτάδι του Άδη, Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο αττικός ενεστώτας έννῡμι και ο ιων. είνῡμι προέρχονται από τ. Fεσ-νῡ-μι και ανάγονται σε ΙΕ ρίζα wes- «ντύνω, φορώ», που αποτελεί πιθ. παρεκτεταμένη σε -es- μορφή της ρίζας eu-, η οποία απαντά στα λατ. ex-uō «ξεντύνω», ind-uō «ντύνω». Η ύπαρξη διπλού -ν- στο έννυμι, που οφείλεται σε αφομοίωση του -σ- προς το -ν-, αποτελεί βασικό φαινόμενο της αττικής διαλέκτου για λέξεις αυτού του τύπου (πρβλ. ζών-νῡμι, σβέν-νῡμι). Ο ελλ. τ. αντιστοιχεί ακριβώς στο αρμεν. z-genum «ντύνομαι», ενώ η Ινδο-ιρανική και η Χεττ. εμφανίζουν τύπους αθέματου ριζικού ενεστώτα (πρβλ. αρχ. ινδ. vaste «ντύνεται», β' πληθ. ενεργητ. προστ. χεττ. veš-ten, γ' εν. οριστ. μέσου ενεστώτα veš-), που αντιστοιχεί στον ομηρικό τ. είμαι (< Fεσ-μαι), μολονότι η μτχ. ειμένος δείχνει ότι ο τ. λειτουργεί ως παρακμ. Τέλος, με τη ρίζα του έννυμι συνδέονται και οι λέξεις έσθος, εσθής (-ήτος), είμα, ιμάτιο, αμφίεσις].