Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έξοδος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

η (AM ἔξοδος) οδός
1. η μετάβαση, η μετακίνηση από μέσα προς τα έξω («η έξοδος από τη χώρα», «ἐπὶ ἐξόδῳ ἐκ τῆς χώρης»)
2. άνοιγμα, πέρασμα απ' όπου βγαίνει κανείςέξοδος κινδύνου», «πυλῶν ἐπ' ἐξόδοις»)
3. εξόρμηση πολιορκουμένων για να διασπάσουν τον πολιορκητικό κλοιό («η έξοδος του Μεσολογγίου», «ὁ Βρασίδας τήν ἔξοδον παρεσκευάζετο»)
4. μαζική μετανάστευση ή μετακίνηση («η έξοδος τών Αθηναίων για το εορταστικό τριήμερο στην επαρχία», «Ἰουδαίων τὴν ἔξοδον»)
5. το μέρος της τραγωδίας μετά το τελευταίο στάσιμο
6. (για ποταμό) εκβολή
7. διέξοδος, τρόπος με τον οποίο βγαίνει κανείς από δύσκολη θέση («η έξοδος από την οικονομική κρίση», «φέρε δή, ἐάν πη εὕρωμεν ἔξοδον»)
8. οπή του σώματος από την οποία εκβάλλονται περιττώματα ή εκκρίματα
νεοελλ.
(για στρατευμένους)
1. άδεια, δικαίωμα εξόδου από το στρατόπεδο
2. αποχώρηση από την ενεργό υπηρεσίαέξοδος από το στράτευμα λόγω ορίου ηλικίας»)
αρχ.-μσν.
1. εκφορά νεκρού, κηδεία
2. έξοδα, δαπάνη
3. εκστρατεία
4. φρ. «ἔξοδον τοῦ ζῆν, τοῦ βίου» — ο θάνατος
μσν.
1. μισθός
2. επιχορήγηση
3. πρόσοδοι
4. κόπος, ταλαιπωρία
αρχ.
1. (για τον ήλιο) ανατολή
2. έξοδος σε πομπή ή έξοδος κάποιου με τιμητική ακολουθία
3. εκκένωση, κένωση
4. τέλος, κατάληξη χρονικής περιόδου
5. έκβαση, αποτέλεσμα
6. δικαστική απόφαση
7. δρόμος.