Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έρημος

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e

Greek Monolingual

και έρμος, -η, -ο και έρημος, -ο (AM ἔρημος, -ον, Α και ἐρῆμος, -η, -ον)
1. μοναχικός, απομονωμένος, μόνος
2. (για τόπους) α) απομακρυσμένος, ακατοίκητος, εγκαταλελειμμένος («τὸν μὲν ἀοιδὸν ἄγων ἐς νῆσον ἐρήμην», Ομ. Οδ.)
β) άδειος («ἔρημος ἡ πνύξ», Αριστοφ.)
3. (για πρόσ.) μονήρης, αβοήθητος στερημένος από κάτι ή από κάποιον (φίλο, σύμμαχο, σύντροφο) («πού πας μονάχη κι έρημη», Σολωμ.)
4. (για αφηρ. καταστάσεις) αυτός που προκαλεί το συναίσθημα της ερημιάς, της απόλυτης εγκατάλειψης («έρημη η νύχτα ολόγυρά μου», Ζερβ.)
5. (η αιτ. του θηλ. ως επίρρ.) βλ. ερήμην
6. (το θηλ. του επιθ. έρημος ως ουσ.) η έρημος (ενν. χώρα) α) πολύ μεγάλη έκταση γης που δεν έχει νερό και γι’ αυτό είναι ακατοίκητη και ακαλλιέργητη
β) παροιμ. φρ. «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» — γι’ αυτούς που μιλούν μάταια σε κάποιους που δεν προσέχουν ή δεν αποδέχονται αυτά που λέγονται (ΚΔ)
γ) παροιμ. «πολλά καλά στην έρημο, γιατί κανείς δεν είναι» — για το γεγονός ότι η ψυχική γαλήνη εξασφαλίζεται μακριά από την κοινωνία τών ανθρώπων
νεοελλ.
1. αυτός που σε δεδομένη χρονική στιγμή δεν παρουσιάζει ύπαρξη η κίνησηέρημος δρόμος»)
2. αυτός που γίνεται αίτιος δυστυχίας, εγκατάλειψης («τα έρημα τα ξένα ν’ ανάψουν να καούν», δημ. τραγ.)
3. φρ. «ἐρμος σου ο χρόνος και κακός»
(για κατάρα) τον κακό σου τον καιρό
μσν.- νεοελλ.
1. ταλαίπωρος, άθλιος, δυστυχισμένος (α. «απόμεινα ο δόλιος έρμος και σκοτεινός» β. «χάθηκα ο έρμος»)
2. (για πράγματα) αδέσποτος, αφύλακτος («ἐρημο σπίτι»)
3. παροιμ. α) «ο φόβος φυλάει τα έρημα» — από τον φόβο προστατεύονται τα έρημα μέρη
β) «στα έρμα προκόβουν τ’ αγκάθια»
μσν.
ο κατεστραμμένος οικονομικά
αρχ.
1. (για ζώα) το μοναχικό, αυτό που βρίσκεται έξω απ’ την αγέλη («καταίροντας είς ἀγοράν ἐρήμους ὄρνιθας», Πλούτ.)
2. αυτός που έχει στερηθεί κάποιο πράγμα, αυτός που δεν έχει κάτι (γιατί του το αφαίρεσαν), εγκαταλελειμμένος από κάποιον ή από κάτι
3. (χωρίς κακή σημ.) ελεύθερος, απαλλαγμένος από κάτι («ἀνδρῶν κακῶν ἔρημος πόλις»)
3. αζήτητος
4. (το θηλ. του επιθ.) ἐρήμη (ενν. δίκη)
η δίκη κατά την οποία απουσιάζει ο εναγόμενος
5. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ. ἔρημα («ἔρημα κλαίω» — κλαίω μόνος μου, Ευρ.)
6. παροιμ. «ἐρήμας τρυγῶ» (ενν. αμπέλους)
τρυγώ τα άφραγα αμπέλια και κατ’ επέκταση επωφελούμαι από την απουσία κάποιου ή συμπεριφέρομαι με θρασύτητα εκεί που δεν υπάρχει φόβος (Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Αβέβαιης ετυμολ. Ίσως συνδέεται με λατ. rēte «δίχτυ», rārus χαλαρός, αραιός, μεμονωμένος», αρχ. ινδ. r-te «χωρίς, εκτός».
ΠΑΡ. ερημία, ερημοσύνη
αρχ.
ερημάζω, ερημαίος, ερημάς, ερημείος, ερημώ.
ΣΥΝΘ. (Α’ συνθετικό) αρχ. ερημοβάτης, ερημολάλος, ερημονόμος, ερημοπλάνος, ερημοποιός, ερημόπολις (I), ερημοφίλης
μσν.
ερημόπολις (II), ερημοταφής, ερημοχάρακον
μσν.- νεοελλ.
ερημονήσι(ν), ερημότοπος. (Β’ συνθετικό) πανέρημος, φιλέρημος
αρχ.
απέρημος, δυσέρημος, ολέρημος, υπέρημος
νεοελλ.
ημιέρημος, παντέρημος].