Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έρχομαι

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

και έρχουμαι (AM ἔρχομαι)
1. κατευθύνομαι ή πλησιάζω σε κάποιον τόπο ή σε κάποιον πρόσωπο (α. «καὶ ἐπὶ πόλιν δυνατωτάτην νῡν ἐρχόμεθα», Θουκ. β. «τον είδα νά ΄ρχεται προς το μέρος μου»)
2. επιστρέφω, γυρίζω πίσω (α. «οὔτ΄ Ὀδυσεὺς ἔτι οἶκον ἐλεύσεται», Ομ. Οδ.
β. «ήρθα πάλι»
3. φθάνω σε κάποιον τόπο (α. «θα έρθει με το τελευταίο τρένο» β. «μετά δε ταῡτα χωρισθεὶς ὁ Παῡλος ἐκ τῶν Ἀθηνῶν ἧλθεν εὶς Κόρινθον», ΚΔ.)
4. (για εξωτερικά ερεθίσματα, ήχους, φωνές) γίνομαι αντιληπτός, ακούγομαι («τὸν δ’ αἶψα περὶ φρένας ἤλυθ’ ἰωή», Ομ. Ιλ.)
5. προέρχομαι, έχω την προέλευση ή την αρχή (α. «καὶ οὖν καὶ ἄρτι ἀπ’ ἐκεῖνον ἔρχομαι», Πλάτ.
β. «απ’ την κουταμάρα του ήρθε όλο το κακό»)
6. προβαίνω σε κάποια ενέργεια (α. «πρώτον έρχομαι να ρωτήσω για την καλή σου υγεία» β. «ἐγὼ δὲ περὶ μὲν τούτων οὐκ ἔρχομαι ἐρέων», Ηρόδ.)
7. εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι (α. «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τον κόσμον», ΚΔ
β. «δεν ήρθα για καλό»)
8. (για φυσικά φαινόμενα) εμφανίζομαι, καταφθάνω («ήρθε ένας βοριάς!»)
9. (για χρονικές διαιρέσεις, εποχές, ώρες) φθάνω (α. «εἰς ὅ κεν’ ἔλθῃ νὺξ ἀβρότη» — όταν θα πέσει η νύχτα, Ομ. Ιλ.
β. «ήρθε το καλοκαίρι»)
10. καταλαμβάνω κάποιον αιφνιδίως (α. «μού ήρθε ζάλη» β. «μού ήρθε κουτί» [ενν. η τύχη
συνέβη κάτι χωρίς να το περιμένω ενώ το επιθυμούσα
γ. «τοιάδ’ ἐπ’ αὐτοὺς ἦλθε συμφορά πάθους», Αισχυλ.)
11. φρ. «έρχομαι στον εαυτό μου», «εἰς ἐμαυτὸν ἔρχομαι» — συνέρχομαι, ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου ή την ψυχική μου ισορροπία
νεοελλ.
1. καταλαμβάνω ορισμένη θέση («ήρθε πρώτος στον διαγωνισμό»)
2. (η μτχ. ενεστ.) ερχόμενος, -η, -ο
ο προσεχής, αυτός που ακολουθεί αμέσως («στο ερχόμενο μάθημα»)
3. (η προστ.) έλα
α) ως προτρεπτικό («έλα, εμπρός, δρόμο»)
β. για υπερβολή («έλα, τά παραλές»)
γ) σε συνεκφορά με το δα για δήλωση θαυμασμού ή αμφιβολίας («έλα δα, μη μάς τά λες τόσο τραγικά»)
δ. σε συνεκφορά με το μα για δήλωση αντίθεσης («έξυπνο παιδί, μα έλα που είναι πεισματάρικο»)
4. φρ. α) «ήρθε η ώρα» — έφτασε η κατάλληλη στιγμή
β) «ήρθε η ώρα μου» — έφτασε η στιγμή του θανάτου μου
γ) «έρχεται ο καιρός μου» — ωριμάζω
δ) «έρχομαι στον κόσμο» — γεννιέμαι
ε) «έρχομαι στο φως» — αποκαλύπτομαι, φανερώνομαι
στ) «έρχομαι στα πράγματα» — αναλαμβάνω την εξουσία
ζ) «έρχομαι πρώτα ή πριν» — προηγούμαι
η) «πάει κι έρχεται» — κάπως υποφέρεται
θ) «πάει κι έλα» — μετάβαση με επιστροφή («ένα εισιτήριο πάει κι έλα»)
ι) «το πήγαιν’ έλα» — η συχνή μετακίνηση
ια) (ως χαιρετισμός για κάποιους που φθάνουν) «καλώς ήρθες» — καλώς όρισες
ιβ) «έρχομαι ώς, ίσαμε» — φθάνω σε ύψος μέχρι κάποιο σημείο («του έρχεται ως τους ώμους»)
ιγ) «λέει ό,τι του ‘ρθει» — λέει λόγια χωρίς να τά σκεφθεί
ιδ) «μού ‘ρχεται κεραμίδα, κόλπος» — εκπλήττομαι, απομένω με ανοιχτό το στόμα
ιε) «μού ‘ρχεται καλά, κουτί» — μού ταιριάζει απόλυτα
ιστ) «τί μού ‘ρθε;» — τί μ’ έπιασε (ποιά διάθεση με κατέλαβε;)
ιζ) «μού ‘ρθε στον νου» — ξαφνικά θυμήθηκα
ιη) «έρχομαι σε κίνδυνο» — διακινδυνεύω
ιθ) «έρχομαι σε ρήξη, σε λόγια» — διαφωνώ έντονα, λογοφέρνω
κ) «ἐρχομαι σε απελπισία» — απελπίζομαι
κα) «ἐρχομαι σε ευθυμία, στο κέφι» — ευθυμώ, μεθώ
κβ) «έρχομαι σε ηλικία» — γερνώ
κγ) «ήρθαν στα χέρια» — συνεπλάκησαν
κδ) «έρχομαι στα λόγια σου» — αρχίζω να συμφωνώ μαζί σου
κε) «δεν έρχεται σε λογαριασμό» — είναι απροσάρμοστος, άκαμπτος
κστ) «έρχεται άσχημα» — είναι άσχημο
κζ) «όσα πάνε κι όσα έρθουν» — για άσωτους που δεν τους κάνουν αίσθηση οι μεγάλες δαπάνες
κη) «πηγαίνω κι έρχομαι» — σείομαι
5. παροιμ. «Γιάννης πήγε, Γιάννης ήρθε» — για ανόητους που δεν κάνουν καμία πρόοδο
μσν.
1. αρχίζω
2. γεννιέμαι
3. φρ. α) «ἔρχομαι εἰς γνώρα» — συνετίζομαι, αναγνωρίζω το σωστό
β) «ἔρχομαι εἰς λόγον» — συμφωνῶ
γ) «ἔρχομαι εἰς λογία» — συζητώ
ή φιλονεικώ
δ) «ἔρχομαι εἰς νοῡν ή κατά νοῡν» — συνέρχομαι
ε) (για στρατεύματα) «ἔρχομαι τῆς γῆς» — αποβιβάζομαι
αρχ.-μσν.
πορεύομαι, βαδίζω
αρχ.
1. διέρχομαι,περνώ από κάποιο τόπο
2. συναθροίζομαι («καὶ ἐκέλευσεν ἐλθεῑν τοὺς ἀρχιερεῑς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον αὐτῶν», ΚΔ)
3. φρ. α) «ἐπί πᾱν ἦλθον» — δοκίμασα κάθε μέσο
β) «εἰς λόγους ἔρχομαι» — συνομιλώ
γ) «εἰς ὄψιν ἔρχομαι» — βλέπω προσωπικά
δ) «εἰς χεῖρας ἔρχομαι» — συμφιλιώνομαι
ε) «εἰς ὀργὰς ἔρχομαι» — οργίζομαι με κάποιον
στ) «παρά μικρόν, παρ’ ὀλίγον ἔρχομαι» — παρά λίγο να... ζ) «εἰς ἡλικίαν ἔρχομαι» — φθάνω σε ορισμένη ηλικία
η) «εἰς ἀσθενὲς ἔρχομαι» — φθάνω σε αδύνατο συμπέρασμα
θ) «ἔρχομαι παρά τινα» — συνουσιάζομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < hέρ-χο-μαι με ανομοίωση δασέων και επίθημα -χε / -χο. Ο συσχετισμός με αλβ. erdha «ήρθα» ή με αρχ. ιρλ. eirg «ἐλα» και με αρχ. ινδ. rghāyati «σείομαι, εφορμώ» δεν φαίνεται βάσιμος. Κατ’ άλλη δε άποψη, ο τ. έρχομαι ανάγεται σε τ. έρ-σκ-ομαι (με επίθημα -σκ-), οπότε συνδέεται με αρχ. ινδ. rcchati «καταφέρνω», χεττ. ar-sk «πετυχαίνω, εισβάλλω», το χ. Α ar-s, το χ. Β er-s «προέρχομαι, παράγω».
ΣΥΝΘ. ανέρχομαι, απέρχομαι, διέρχομαι, εισέρχομαι, εξέρχομαι, επέρχομαι, κατέρχομαι, μετέρχομαι, παρέρχομαι, περιέρχομαι, προέρχομαι, προσέρχομαι
αρχ.
υπέρχομαι
νεοελλ.
αντεπεξέρχομαι, αντιπαρέρχομαι, διεξέρχομαι, επανέρχομαι, ξαναέρχομαι, ξανάρχομαι, πηγαινοέρχομαι, συχνοέρχομαι, υπεισέρχομαι].