Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έρωτας

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

και έρως, ο (AM ἔρως
Α επικ. και λυρικός τ. ἔρος)
1. έντονη συναισθηματική έλξη στην οποία συνυπάρχει και πόθος για σαρκική επαφή (α. «κλεφτά τήν πάτασσε του έρωτ’ η οδύνη», Ερωτόκρ.
β. «ἔρως εἰς αὐτὸν τῆς γυναικὸς ἐσέβην», Καλλίμ.
γ. «...ὡς ταύτης πόθῳ πόλις δαμείη πᾱσα, κοὐχ ἡ Λυδία πέρσειεν αὐτήν, ἀλλ’ ὁ τῆσδ’ ἔρως φανεείς» — γιατί η πόλη θα υποταχθεί απ΄ τον πόθο γι’ αυτήν και δεν θα τήν κυριέψει η Λυδία, αλλά ο Έρωτας του Ηρακλή γι’ αυτήν, για την Ιόλη, Σοφ.)
2. ο θεός Έρως
3. θερμή αγάπη, αφοσίωση σε κάποιον (α. «ἔρωταν εἶχεν περισσὸν ὡς διὰ τήν ποθητήν του καὶ διὰ τὴν μητέραν του καὶ διά τοὺς ἀδελφούς του», Διγεν. Ακρ.
β. «ἔρως λέγεται, ᾧ οὐδεὶς ἐπαισχύνεται, ὅταν μὴ κατὰ σαρκὸς γένηται αὑτοῦ ἡ τοξεία» — λέγεται έρωτας, για τον οποίο δεν ντρέπεται κανείς, εφόσον η έλξη δεν είναι σαρκική, Γρηγ. Νύσσ.)
4. αφοσίωση, προσήλωση σε ιδανικό, σε καθήκον κ.λπ. (α. «αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν», Σολωμ.
β. «ὑποδεικνύων τὸν μισθὸν τῆς γνώσεως εἰς ἔρωτα αὐτῆς τοὺς συνετοὺς ἐκκαλεῑται» — υποδεικνύοντας την αμοιβή της γνώσης κάνει έκκληση στους συνετούς να τήν ερωτευθούν, Κλήμ. Αλ.)
5. ισχυρή επιθυμία για κάτι, πόθος να αποκτήσει ή να κρατήσει στην κατοχή του κάποιος κάτι («α. έχει έρωτα για το χρήμα» ή «με το χρήμα» β. «ἔρως χρημάτων»)
6. το αντικείμενο του έρωτα, ό,τι αγαπάει υπερβολικά κάποιος (α. «το θέατρο είναι ο έρωτάς του» β. «ἀπροσίκτων δ’ ἐρώτων ὀξύτεραι μανίαι» — είναι οξύτερες οι μανίες που προκαλούν οι απελπισμένοι έρωτες, ο πόθος για κάτι ακατόρθωτο, Πίνδ.)
μσν.- νεοελλ.
1. η ερωτική πράξη, η σαρκική επαφή (α. «έκανε έρωτα μαζί της» β. «ἐρώτων δὲ μυστήρια ἐρυθριῶ τοῦ λέγειν», Διγεν. Ακρ.)
2. ερωτική σχέση, ερωτικές περιπέτειες (α. «με τους έρωτές της κατάστρεψε το σπίτι της» β. «ἔρωτας ἀνιστορᾱται καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῆς κόρης», Διγεν. Ακρ.
νεοελλ.
φρ. «πλατωνικὸς ἔρως» ή «έρωτας για κάποιον ή κάποια» — ερωτική προσήλωση, συναισθηματική αφοσίωση χωρίς σαρκικές σχέσεις
αρχ.-μσν.
1. η αγάπη του θεού προς τον άνθρωπο («αὐτὸν ἔπεμψεν τὸν Υἱόν
ἀνῃρέθη καὶ οὗτος ἐλθών, καὶ οὐδὲ οὕτως ἔσβεσε τὸν ἔρωτα ἀλλ’ ἀνῆψε μειζόνως» — έστειλε στη γη τον ίδιο τον γιο Του
τον σκότωσαν κι Αυτόν οι άνθρωποι, αλλά ακόμη και τότε δεν έσβησε την αγάπη για τους ανθρώπους αλλά τή φούντωσε ακόμη περισότερο, Ιωάνν. Χρυσ.)
2. η αγάπη του ανθρώπου, η αφοσίωση στον θεό και στους αγίους («τρωθεῑσα τῷ ἀσωμάτῳ καὶ διαπύρῳ βέλει τοῦ ἔρωτος» — πληγωμένη η ψυχή από το άυλο και διάπυρο βέλος του έρωτα
Γρηγ. Νύσσ.)
αρχ.
1. υπερβολικά έντονη χαρά («ἔφριξ’ ἔρωτι, περιχαρὴς δ’ ἀνεπτάμην»)
2. πληθ. οἱ ἔρωτες
η ερωτική πράξη, οι σεξουαλικές σχέσεις («οὐχ ὅσί ἔρωτες», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η ήδη ομηρική λ. έρως ανήκει στα σιγμόληκτα ουσιαστικά, αναγόμενη σε αρχικό θέμα ερασ-, το οποίο εμφανίζεται σε παράγωγα (πρβλ. ερασ-τός, εράσ-μιος και αιολ. εραννός < ερασ-νός). Παρά την ιδιαίτερη σημασιολογική απόχρωση που έχει κάθε λ. της λεξιλογικής ομάδας με τη σημασία «αγάπη», η ιδιαιτερότητα στη σημασία κάθε λέξεως καταδεικνύεται από το γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο απαντά κάθε φορά. Η λεξιλογική οικογένεια του «ἐρως» αναφέρεται, τόσο στην Αρχαία όσο και στη Νέα, μόνο στην ερωτική αγάπη, εν αντιθέσει προς τα φιλία / φιλώ / φίλος, τα οποία δηλώνουν περισσότερο τη σημασία «οικείος», αλλά και προς τα στέργω / στοργή, που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων προς παιδιά ή ανωτέρων προς κατωτέρους].