Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ίσχω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

ἴσχω (Α)
1. εμποδίζω, περιορίζω, συγκρατώ, βαστώ («μηδὲν ἡμᾱς ἰσχέτω», Αριστοφ.)
2. (ενεργ. και μέσ.) κρατώ τον εαυτό μου, συγκρατούμαι, στέκομαι (α. «ἴσχε, μὴ φοβοῡ», Αισχύλ.
β. «ἴσχεσθ' Ἀργεῑοι, μὴ φεύγετε», Ομ. Οδ.)
3. απομακρύνομαι
4. παθ. ἴσχομαι
αναχαιτίζομαι, εμποδίζομαι
5. (για πλοία) αγκυροβολώ, είμαι αγκυροβολημένος
6. (για ποταμούς) ελαττώνομαι, λιγοστεύω
7. κρατώ κάτι κοντά μου στερεά, σφιχτά («[κανόνα] ἀγχόθι ἴσχει στήθεος», Ομ. Ιλ.)
8. μτφ. φυλάω, κρατώ, διατηρώ («ἐπιστήμην λαβόντα ἴσχειν», Πλάτ.)
9. (για εξωτερική επίδραση) διακατέχω, σφίγγωὀδύνη ἴσχει τὴν γαστέρα», Ιπποκρ.)
10. έχω κάτι στην κατοχή μου, κατέχω
11. παίρνω ή ἔχω γυναίκα για σύζυγο, παντρεύομαι («ταύτην ἴσχει Ἠετίων», Ηρόδ.)
12. (για γυναίκες) είμαι έγκυος, κυοφορώ, εγκυμονώ
13. μτφ. διατηρώ κάτι στη μνήμη μου («ἴσχε κἀμοῡ μνῆστιν» — έχε κι εμένα στη μνήμη σου, Σοφ.)
14. επιφέρω, προκαλώ
15. είμαι επιδεκτικός θεραπείας
16. ισοδυναμώ, αξίζω («αἱ ψῆφοι τάλαντον ἴσχουσιν», Πολ.)
17. (με επίρρ.) βρίσκομαι σε μια κατάσταση «ἀπολέμως ἴσχοντες», Πλάτ.)
18. (το ουδ. μτχ. ως ουσ.) τὸ ἴσχον
το εμπόδιο («θαυμάσας ὅ,τι τὸ ἴσχον εἴη τὴν πορείαν», Ξεν.)·19. φρ. «λῆστιν ἴσχεις» — επιλανθάνεσαι, λησμονείς (Σοφ.)
20. περιλαμβάνω, περιέχω («φθόνον ἴσχει ὄλβος», Πίνδ.)
21. μέσ. ησυχάζω, μένω ήσυχος, σιωπώ («καὶ ἴσχεο μηδ' ὀνομήνης», Ομ. Ιλ.)
22. (το μέσ. με γεν.) ἴσχομαί τινος
απέχω από κάτι, απομακρύνομαι, αφίσταμαι
23. (το μέσ. απρόσ.) διακόπτομαι, σταματώ («ἴσχετο ἐν τούτῳ» — διακόπηκε, σταμάτησε εδώ, Ξεν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. έχω (Ι).
ΠΑΡ. ισχάδα(-άς)
αρχ.
ισχητήριος.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) ίσχαιμος
αρχ.
ισχέγαον, ισχέθυρον, ισχέπλινθον. (Β' συνθετικό) αρχ. αμπίσχω, ανίσχω, αντίσχω, απαμπίσχω, απίσχω, ενίσχω, εξανίσχω, εξίσχω, επαμπίσχω, επίσχω, καταΐσχω, καταμπίσχω, κατίσχω, μεταμπίσχω, μετίσχω, παραμπίσχω, παρανίσχω, παρίσχω, περιαμπίσχω, περιίσχω, προανίσχω, προΐσχω, προσαντίσχω, προσίσχω, συμμετίσχω, συναμπίσχω, συνανίσχω, συνίσχω, υπανίσχω, υπερανίσχω, υπερίσχω, υποΐσχω].