Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αίρεση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (Α αἵρεσις) Α αἱροῡμαι
1. φιλοσοφική ή θρησκευτική διδασκαλία ή σύστημα αρχών, σχολή, δόγμα
2. δοξασία που αποκλίνει ή έρχεται σε σύγκρουση με τις παραδεδομένες και ισχύουσες - θρησκευτικές κυρίως - αρχές, φατρία, σχίσμα
3. (ειδικά στην εκκλησιαστική γλώσσα) παρέκκλιση από το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα
4. το σύνολο τών οπαδών ή υποστηρικτών μιας φιλοσοφικής ή θρησκευτικής διδασκαλίας
νεοελλ.
1. ιδιοτροπία, κακή έξη, ελάττωμα, πείσμα
2. αφορμή για σκάνδαλο, αντίδραση
3. (στα νομικά) αίρεση (υπό την αίρεσιν ότι...) είναι ένας όρος που θέτουν σε μια δικαιοπραξία, με συνέπεια, αν ο όρος αυτός δεν εκπληρωθεί, η δικαιοπραξία να ανατρέπεται
αρχ.
1. εκλογή, δικαίωμα ή δυνατότητα εκλογής, προτίμηση
2. εκλογή αρχόντων
3. εκλογή σχεδίου, σκοπός, πρόθεση, προαίρεση, τάση
4. επιτροπή για εκλογή
5. εκούσια, ελεύθερη προσφορά
6. «αἵρεσις ἑλληνική», προτίμηση ελληνικής παιδείας
7. Περί αιρέσεων και φυγών, τίτλος συγγράμματος του Επίκουρου
8. αἱρῶ
1. κατάληψη, κατάκτηση, άλωση
2. πρόσκτηση, επίτευξη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἱρῶ, αἱροῦμαι.
ΠΑΡ. αἱρέσιμος, αἱρεσιώτης
νεοελλ.
αιρεσεύω, αιρεσιάρης.
ΣΥΝΘ. αιρεσιάρχης
αρχ.
αἱρεσιομάχος
νεοελλ.
αιρεσιογράφος].