Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αβγώνω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

αβγό
1. αβγοκόβω
2. (αμετάβατο) (για κότες, ψάρια) είμαι γεμάτος αβγά
3. αρχίζω να γίνομαι πλούσιος
4. παχαίνω
5. (μτχ. παθ. πρκμ.) ο αβγωμένος
πλούσιος, παχύς.