Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγένειος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-α, -ο (Α ἀγένειος-ον) γένειον
ο αγένειαστος
αρχ.
αυτός που αρμόζει σε έφηβο, εφηβικός, νεανικός.