Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγροδότης

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

ο (Α ἀγροδότης)
νεοελλ.
(Νομ.)
Αυτός που παραχωρεί αγροτικό κτήμα για εκμετάλλευση με σχέση αγροληψίας
αρχ.
αυτός που παρέχει άγρα, λεία, κυνήγι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + -δότης < δίδωμι.
ΠΑΡ. αγροδοσία].