Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγροδότης

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ο (Α ἀγροδότης)
νεοελλ.
(Νομ.)
Αυτός που παραχωρεί αγροτικό κτήμα για εκμετάλλευση με σχέση αγροληψίας
αρχ.
αυτός που παρέχει άγρα, λεία, κυνήγι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + -δότης < δίδωμι.
ΠΑΡ. αγροδοσία].