Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγρονόμος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

(I)
ο, (Α ἀγρονόμος)
νεοελλ.
1. επιστήμονας καλλιεργητής που ασχολείται με τις μεθόδους της προσφορότερης εκμετάλλευσης τών αγρών
2. υπαλληλικός βαθμός στην αγροφυλακή
αρχ.
μέλος αρχής επιφορτισμένης με την τήρηση της τάξης στην ύπαιθρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + νέμω.
ΠΑΡ. αγρονομία, αγρονομικός].
(II)
ἀγρονόμος, -ον (Α)
αυτός που μένει ή συχνάζει στους αγρούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + νέμομαι].