Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγρονόμος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

(I)
ο, (Α ἀγρονόμος)
νεοελλ.
1. επιστήμονας καλλιεργητής που ασχολείται με τις μεθόδους της προσφορότερης εκμετάλλευσης τών αγρών
2. υπαλληλικός βαθμός στην αγροφυλακή
αρχ.
μέλος αρχής επιφορτισμένης με την τήρηση της τάξης στην ύπαιθρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + νέμω.
ΠΑΡ. αγρονομία, αγρονομικός].
(II)
ἀγρονόμος, -ον (Α)
αυτός που μένει ή συχνάζει στους αγρούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + νέμομαι].