Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγωγή

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η (Α ἀγωγὴ) ἄγω
1. καθοδήγηση, σύστημα εκπαιδεύσεως, ανατροφή, διαπαιδαγώγηση
2. τρόπος ζωής ή συμπεριφοράς
3. (Μουσ.) ρυθμός, τέμπο
νεοελλ.-μσν.
(Νομ.) προσφυγή στη δικαιοσύνη, η πράξη με την οποία επιδιώκεται δικαστικά η επανόρθωση αδικίας ή η προστασία δικαιώματος που απειλείται
νεοελλ.
1. σύστημα ή μέθοδος με την οποία επιτυγχάνεται η θεραπεία μιας συγκεκριμένης αρρώστιας
2. (Φυσιολ.) μεταβίβαση διαφόρων τύπων ερεθισμάτων στον οργανισμό (βλ. ακοή, καρδιά, νευρικό σύστημα)
αρχ.
1. μεταφορά, μετακόμιση
2. ταξίδι
3. κίνηση προς κάποιο σημείο, τάση, ροπή, κλίση
4. οδήγηση, προσαγωγή
5. βίαιη αρπαγή, απομάκρυνση, απαγωγή
6. σχεδίαση γραμμών
7. αρχηγία, ηγεσία, διακυβέρνηση
8. διεξαγωγή, πορεία
9. μέθοδος, κατασκευή, δομή (τών νόμων)
10. (για γραπτό λόγο) ύφος
11. επιχειρηματολογία.