Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγώγι

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

και αγώι, το (Α ἀγώγιον) μεταφορά πράγματος (με αγωγιάτη)
νεοελλ.
1. η αμοιβή για τη μεταφορά αυτή (ο όρος μόνο για τη μεταφορά που γίνεται με ζώα ή με άμαξα
στις άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιείται ο όρος κόμιστρο και για τις θαλάσσειες μεταφορές ο όρος ναύλος)
2. μίσθωση ζώου ή οχήματος για τη μεταφορά πράγματος
αρχ.
φορτίο άμαξας.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < αγωγός.
ΠΑΡ. νεοελλ. αγωγιάζω, αγωγιάτης].