Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αδελφότητα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

και αδερφότητα, η (ΑΜ ἀδελφότης) ἀδελφός
1. συγγένεια μεταξύ αδελφών, αδελφοσύνη
2. (Εκκλ.) το σύνολο των μελών της χριστιανικής Εκκλησίας
νεοελλ.
σύλλογος, σωματείο που αναπτύσσει φιλανθρωπική, κοινωνική ή θρησκευτική δράση
μσν.
1. συγγένεια
2. το σύνολο τών μοναχών ενός μοναστηριού
3. (ως τίτλος) μεγαλειότητα, σεβασμιότητα
αρχ.
σχέση αδελφών, αδελφική αγάπη, αδελφικότητα.