Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αδυνατώ

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

(Α ἀδυνατῶ, -έω) ἀδύνατος
βρίσκομαι σε αδυναμία να κάνω κάτι, είμαι ανίκανος
νεοελλ.
αδυνατίζω
αρχ.
1. (για πρόσωπα) είμαι αδύναμος, ανίσχυρος, ανίκανος
2. (για πράγματα) είμαι ακατόρθωτος, απραγματοποίητος.