Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αειγενής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ἀειγενής, -ές (Α)
1. αιώνιος, αθάνατος
2. ο διαρκώς γεννώμενος ή αναγεννώμενος, που γεννιέται ξανά και ξανά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀεὶ + -γενής < γένος].