Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αειγενής

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ἀειγενής, -ές (Α)
1. αιώνιος, αθάνατος
2. ο διαρκώς γεννώμενος ή αναγεννώμενος, που γεννιέται ξανά και ξανά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀεὶ + -γενής < γένος].