Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αεροπλάνο

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

το (Αερον.)
αεροσκάφος βαρύτερο από τον αέρα (αεροδύναμο), με σταθερές πτέρυγες. Προωθείται με κινητήρα αεριωθήσεως ή έλικα και οι δυνάμεις που το στηρίζουν δημιουργούνται από την κίνηση τών πτερύγων του μέσα στον αέρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ελληνογενές < αερόπλανος, πρβλ. γαλλ. aeroplane].