Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αιθάλη

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

η (Α αἰθάλη)
η καπνιά που αφήνει ο καπνός, ο οποίος αναδίνεται από την πυρά, φούμο(ς)
αρχ.
1. ό,τι εξατμίζεται ή εξατμίστηκε
2. «ὁ ἀπὸ ἀσβέστου καπνὸς» (Ετυμολογικόν Μέγα).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἴθω.
ΠΑΡ. αρχ. αἰθαλέος, αἰθαλίων, αἰθαλῶ, αἰθαλώδης.
ΣΥΝΘ. μσν. αἰθαλοκομπία.