Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αισχρόγελως

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

αἰσχρόγελως, -ωτος, ο, η (Α)
ο επονείδιστα γελοίος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἰσχρὸς + γέλως.