Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακοόμετρο

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς → Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

Ιατρ.
συσκευή για την εξέταση της λειτουργικής κατάστασης τών αφτιών (της ακουστικής οξύτητας).
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Απόδοση στα Ελληνικά ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. audiometer, νόθο σύνθετο, < audio- (< λατ. audio «ακούω») + -meter < ελλην. μέτρο (ν)].