Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αλέθω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ἀλέθω)
1. (για δημητριακά) μεταβάλλω σε αλεύρι, αλευροποιώ
2. (για οποιαδήποτε προϊόντα) μεταβάλλω σε σκόνη ή πολτό, κονιοποιώ, πολτοποιώ
3. τρώγω με βουλιμία, καταβροχθίζω, ροκανίζω
4. καρπώνομαι αθέμιτα οφέλη
5. νεοελλ. φρ. «αλέθει η γλώσσα του», λέει πολλά, φλυαρεί
«αλέθει ο μύλος του», έχει γερό στομάχι, τρώει πολύ και χωνεύει εύκολα
«όποιος φυλάει τον μύλο, αλέθει», επιμένοντας πετυχαίνεις αυτό που θες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μτγν. ρ. ἀλήθω
το -ε- αντί -η- κατ’ επίδραση του αορ. ἤλεσα του ρ. ἀλήθω, καθώς και του αρχ. ρ. ἀλῶ.
ΠΑΡ. νεοελλ. αλεσιά, αλεσμένος.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. ανάλεστος, κακοαλεσμένος, καλοαλεσμένος, μισ(ο)αλεσμένος, χοντρ(ο)αλεσμένος, ψιλ(ο)αλεσμένος].