Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αλυσίδα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η
1. σειρά από κρίκους που συνδέονται μεταξύ τους σε συνεχές και εύκαμπτο σύνολο
2. η λ. ως γυναικείο κόσμημα και γενικά ως πολύτιμο εξάρτημα διαφόρων αντικειμένων
3. συνεχής ακολουθία ομοιόσχημων ή ομοειδών πραγμάτων ή καταστάσεων
4. δέσμευση, δεσμά, καταδίκη, φυλακή
5. είδος κεντήματος και βελονιάς που μοιάζουν στο σχήμα με αλυσίδα
6. φρ. «είναι για τις αλυσίδες», είναι τρελός για δέσιμο
«ούτε με αλυσίδες δεν κρατιέται», είναι πολύ ορμητικός και παράφορος
«ρίχνω κάποιον στις αλυσίδες», φυλακίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αλυσίδα, που παράγεται ετυμολογικά από τον τ. αλυσίδι, είναι αυτή που επικράτησε τελικά στη Ν. Ελληνική. Αντίθετα προς ό,τι συνέβη με τα περισσότερα από τα λεγόμενα τριτόκλιτα, ο τ. άλυση από το αρχ. ἄλυσις (πρβλ. λύση-λύσις, ένωση-ἕνωσις κ.τ.ό.) υποκαταστάθηκε από τον νεόπλαστο τ. αλυσίδα. Ομοίως δεν επικράτησε και ο τ. ἅλυσος (ο και η), που ξεκίνησε ως μεγεθυντικό του άλυση.
ΠΑΡ. μσν.-νεοελλ. αλυσιδώ
νεοελλ.
αλυσιδάρα, αλυσιδίτσα.
ΣΥΝΘ. αλυσιδοπλεγμένος].