Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αλωπεκιδεύς

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ἀλωπεκιδεύς, ο (Α)
νεογνό αλεπούς, αλεπούδι, αλεπουδάκι.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ἀλωπεκ-, θ. της λ. ἀλώπηξ + παραγ. κατάλ. -ιδεύς].