Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμπλακίσκω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

ἀμπλακίσκω (Α)
1. δεν κατορθώνω, αποτυγχάνω, υπολείπομαι
2. χάνω, στερούμαι
3. διαπράττω σφάλμα ή αμάρτημα, αμαρτάνω, σφάλλω, γελιέμαι.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Ο ενεστ. είναι νεώτερος σχηματισμός από το απαρέμφ. αορ. β΄ ἀμπλακεῖν. Άγνωστ. ετυμ. Εάν ο αρχικός τύπος είναι ἀμβλακεῖν (Αρχίλοχος), τότε πιθ. να συνδέεται με το ἀμβλίσκω και το βλάξ, αλλά μια τέτοια σύνδεση δεν ερμηνεύεται πειστικά ούτε μορφολογικά ούτε σημασιολογικά.
ΠΑΡ. αρχ. ἀμπλάκημα, ἀμπλακία, ἀμπλάκιον.