Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανάβω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

Ι (μτβ.)
1. πυροδοτώ, βάζω φωτιά
2. διοχετεύω ρεύμα σε ηλεκτρική μηχανή ή λαμπτήρα
3. εξοργίζω, ερεθίζω
4. υποκινώ τις ορμές κάποιου, προκαλώ τις σαρκικές επιθυμίες του
5. προκαλώ σύγχυση, συμφορά
6. χτυπώ, χαστουκίζω «του τήν άναψε στα μούτρα»
7. υποκινώ εξέγερση
ΙΙ (αμτβ.)
1. πιάνω φωτιά, καίγομαι
2. φωτίζω, εκπέμπω τεχνητό φως
3. (για ηλεκτρικές συσκευές) βρίσκομαι σε λειτουργία
4. εξοργίζομαι, ερεθίζομαι
5. καταλαμβάνομαι από σαρκικές επιθυμίες
6. αισθάνομαι υπερβολική ζέστη
7. έχω έξαψη, υψηλό πυρετό
8. ξεσπώ, φουντώνω
9. (για τρόφιμα) αρχίζω να σαπίζω, υφίσταμαι αποσύνθεση.
[ΕΤΥΜΟΛ. Νεώτερος τ. ενεστ. αντί του αρχ. ἀνάπτω από τον αόρ. άναψα κατά το σχήμα έτριψα-τρίβω, έθλιψα-θλίβω
βλ. και ανάπτω.
ΣΥΝΘ. αναβοσβήνω].