Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανατολή

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

η (AM ἀνατολή)
1. η καθημερινή εμφάνιση του Ήλιου ή της Σελήνης ή των αστέρων στον ορίζοντα
2. ο τόπος, το σημείο του ορίζοντα όπου ανατέλλει ο Ήλιος
3. ο χρόνος, η ώρα της ανατολής
νεοελλ.
«Μεγάλη Ανατολή» η αιρετή αρχή των Τεκτονικών ή Μασονικών Στοών μιας περιοχής
μσν.- νεοελλ.
(ως κύριο όνομα) η Ανατολή
οι χώρες της Ανατολής
αρχ.
1. στον πληθ. ανατολαί
οι πηγές του ποταμού
2. (για νύχια, δόντια) έκφυση, φύτρωμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανατέλλω.
ΠΑΡ. ανατολικός
νεοελλ.
ανατολίζω, ανατολίτης, ανατολίτικος].