Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανεβάζω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

ἀνεβάζω (MN) (AM ἀναβιβάζω)
1. τοποθετώ κάτι ψηλότερα, ανυψώνω
2. κάνω ή βοηθώ κάποιον να ανέβει
3. (για χρηματική αξία) αυξάνω, ανατιμώ
4. (Γραμμ.) μεταφέρω τον τόνο λέξης σε προηγούμενη συλλαβή
5. (για θέατρο) παρουσιάζω έργο
μσν.
τοποθετώ στον βωμό, προσφέρω κάτι ως θυσία
αρχ.
1. (για πλοίο) ανελκύω, σύρω στην ξηρά
2. «ἀναβιβάζομαί τινα» επιβιβάζω σε πλοίο για ταξίδι
3. (ως δικανικός όρος) προσάγω μάρτυρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ανεβάζω < (πρτ.) ανέβαζα, διατηρώντας στη σύνθεσή του την εσωτερική αύξηση -ε- (πρβλ. ανέβαινα-ανεβαίνω, συνέφερνα-συνεφέρνω κ.ά.)].