Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανθώ

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

(AM ἀνθῶ, -έω)
1. (για φυτά) βγάζω λουλούδια, ανθίζω
2. μτφ. βρίσκομαι στην ακμή της ηλικίας μου
3. μτφ. ευημερώ, είμαι πλούσιος και υγιής, ακμάζω
μσν.
1. προέρχομαι, κατάγομαι
2. (μτβ.) κάνω κάτι να φυτρώσει, να εμφανιστεί
αρχ.
1. (για τα νεανικά γένια) φυτρώνω
2. μτφ. (για χρώματα ή ρούχα) λάμπω, είμαι λαμπερός
3. (για πρόσωπα) ακμάζω, είμαι δημοφιλής, αγαπητός από τον λαό
4. βρίσκομαι σε έξαρση, κορυφώνομαι
5. είμαι γεμάτος από κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άνθος.
ΣΥΝΘ. διανθώ, εξανθώ, επανθώ
αρχ.
ανανθώ, απανθώ, ευανθώ, κακανθώ, μετανθώ, οψιανθώ, πα ρανθώ, περιανθώ, περιεξανθώ, προανθώ, προεξανθώ, προσανθώ, συνανθώ, συνε ξανθώ, υπανθώ, υπερανθώ, υπερεξανθώ, χλοανθώ
νεοελλ.
ξανανθώ].