Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αντίκρυ

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

κ. -κρυς, κ. -κρύ κ. -κρύς (AM ἀντικρύ, ἄντικρυς
Μ ἀντικρύς, ἄντικρυν, ἀντίκρυτα)
1. απέναντι
2. εξαντιθέτου, κατά πρόσωπο
νεοελλ.
1. (με την πρόθ. εις, σε) αναφορικά, συγκριτικά
2. παροιμ. «αντίκρυ στα παιδέματα μικρά τα παιδοκόπια» — για ασήμαντη επιτυχία
αρχ.
1. κατευθείαν εμπρός
2. διαμπερώς, πέρα ως πέρα
3. εντελώς, απόλυτα
4. φανερά, απροκάλυπτα
5. (για χρόνο) αμέσως
6. φρ. «ἄντικρυς δουλεία», «ἄντικρυς ἐλευθερία» — πραγματική δουλεία, πραγματική ελευθερία.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. θεωρείται σύνθετη με α' συνθετ. το αντι-. Σχετικά με το β' συνθετ. της λ. έχει υποστηριχθεί ότι συνδέεται με τα κέρας, κάρη «κεφάλι, πρόσωπο» ή με το ρ. κρούω (αντικρύ < αντικρούω). Στην αττ. διάλεκτο υπάρχει τ. άντικρυςμε ένα -ς επιρρηματικό και με βραχεία κατάληξη, όπως φαίνεται από τον τονισμό. Οι αρχαίοι γραμματικοί έκαναν διάκριση μεταξύ των αντικρύ «εξαντιθέτου» και άντικρυς «φανερά, σαφώς, ρητά», αλλά ο τ. αντικρύ έχει και τις δύο σημασίες στον Όμηρο. Η λ. συνοδεύεται από γενική ή δοτική και συχνά ακολουθείται από πρόθεση.
ΠΑΡ. μσν.-νεοελλ. αντίκρυτα
νεοελλ.
αντικρύζω, αντικρινός.
ΣΥΝΘ. αρχ. απαντικρύ, καταντικρύ
νεοελλ.
απαντίκρυ, κατάντικρυ, καταντικρύ.].