Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αντιγράφω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας → Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

(AM ἀντιγράφω)
νεοελλ.
1. γράφω κείμενο όμοιο με άλλο ή το κείμενο άλλου, ξεσηκώνω
2. κάνω πανομοιότυπο ενός έργου τέχνης
3. μτφ. α) εμφανίζω ως δικά μου κείμενα που γράφει ή έχει γράψει άλλος, είμαι λογοκλόπος
β) μιμούμαι.
αρχ.
1. γράφω εναντίον κάποιου
2. απαντώ εγγράφως
3. περιγράφω
4. μέσ. ἀντιγράφομαι
α) κάνω κι εγώ καταγγελία. β) υποβάλλω ένσταση
γ) διατηρώ αντίγραφο λογαριασμού.