Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αξιοπρεπής

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-ές (Α ἀξιοπρεπής -ές)
νεοελλ.
αυτός που τον διακρίνει αυτοσεβασμός, ανωτερότητα, σοβαρότητα, άψογη συμπεριφορά