Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αοριστία

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (Α ἀοριστία)
το να είναι κάτι αόριστο, ακαθόριστο, η ασάφεια, η αβεβαιότητα
νεοελλ.
ασαφής λόγος, αοριστολογία
αρχ.
1. το να είναι κάτι απεριόριστο
2. αναποφασιστικότητα, διστακτικότητα
3. στον πληθ. ανωμαλίες, φαινόμενα χωρίς κανονικότητα, έκρυθμα.