Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απαντώ

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

(AM ἀπαντῶ -άω) αντάω
1. συναντώ
2. δίνω απάντηση, αποκρίνομαι
αρχ.-μσν.
1. αντιμετωπίζω, αποκρούω (σε μάχη)
2. αντιμετωπίζω, αντικρούω κάποιον (σε δικαστήριο)
αρχ.
1. φθάνω σ' έναν τόπο
2. παρουσιάζομαι ένοπλος, μετέχω σε συγκέντρωση οπλισμένων
3. συναντώ, αντιμετωπίζω κάτι («ἀπαντῶ αἰκίαις καὶ θανάτοις» βάσανα και θανάτους)
4. συμμετέχω, παίρνω μέρος σε κάτι («ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀγῶνα»)
5. αναζητώ, ψάχνω να βρω κάτι («ἀπαντῶ πρὸς τὴν τροφήν»)
6. απρόσ. συμβαίνει, καταλήγει να...