Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απελευθέρωση

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

η (AM ἀπελευθέρωσις, -εως)
η απόδοση της ελευθερίας σε δούλο
νεοελλ.
1. η ανάκτηση της ελευθερίας, ξεσκλάβωμα
2. απαλλαγή από τα δεσμά, αποφυλάκιση
3. μτφ. απαλλαγή από κάποιο βάρος, λύτρωση.