Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποθέτω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(AM ἀποτίθημι, Μ κ. ἀποθέτω)
1. τοποθετώ, βάζω
2. αφήνω κάτι κατά μέρος
3. αποθηκεύω, αποταμιεύω
νεοελλ.
1. τοποθετώ κάτι σε χαμηλή επιφάνεια, το αφήνω κάτω
2. μτφ. εμπιστεύομαι, στηρίζω κάτι σε κάποιον
αρχ.
Ι. 1. (για παιδιά) εγκαταλείπω, παραμελώ, αφήνω έκθετο
II. μέσ.
1. (για ενδύματα) βγάζω, αφαιρώ
2. (για μαλλιά) κόβω σε ένδειξη πένθους
3. παραβαίνω, δεν λαμβάνω υπόψιν, μου
4. αποβάλλω κάτι από τον εαυτό μου, το αποφεύγω
5. διατηρώ, φυλάσσω
III. φρ.
1. «ἀποτίθεμαι τὴν Άφροδίτην»
ἀποβάλλω, καταπνίγω την επιθυμία μου
2. «ἀποτίθεμαι εἰς αὖθις» — αναβάλλω
3. «ἀποτίθεμαι χρόνον εἴς τι» — αφιερώνω χρόνο για κάτι
4. «ἀποτίθεμαι κόλπων» — γεννώ.