Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποκλείω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

(AM ἀποκλείω, Α αττ. τ. ἀποκλῄω, ιων. τ. -κληίω)
1. περιορίζω κάποιον σε καθορισμένο χώρο, απομονώνω
2. κλείνω έξω, εμποδίζω κάποιον να μπει
3. περιορίζω κάποιον, δεν του επιτρέπω να κάνει κάτι
4. αρνούμαι, απαγορεύω, απορρίπτω
5. (για πόλη ή κατοίκους) πολιορκώ
νεοελλ.
1. απορρίπτω αίτηση κάποιου να μετάσχει σε αγώνα, διαγωνισμό κ.λπ.
2. φρ. αποκλείεται
δεν είναι δυνατόν, αυτό δεν γίνεται
αρχ.-μσν.
κλείνω, αποφράσσω
(μσν., -ομαι) απομονώνομαι
αρχ.
1. φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση, σε αμηχανία
2. φυλακίζω
3. (-ομαι) α) απαγορεύω
6) απέχω από κάτι
γ) ορίζομαι, περιλαμβάνομαι μέσα σε όρια.