Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποκλειστικότητα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η
1. η ιδιότητα του αποκλειστικού δικαιώματος
2. φρ. «έχω την αποκλειστικότητα της εκμετάλλευσης έργου, πώλησης προϊόντος, έκδοσης βιβλίων, δημοσίευσης άρθρων κ.λπ.».
[ΕΤΥΜΟΛ. < αποκλειστικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1841 στον Γεώργιο Α. Ράλλη (πρβλ. αγγλ. exclusiveness
γαλλ. exclusivite
γερμ. Exklusivitat).