Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απορρέω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(AM ἀπορρέω) ρέω
νεοελλ.
μτφ.
1. προέρχομαι, πηγάζω από κάτι
2. προκύπτω, συνάγομαι
αρχ.-μσν.
απομακρύνομαι, ξεκόβω από κάποιον
μσν.
περνώ, φεύγω
αρχ.
1. αποπίπτω, πέφτω καταγής
2. φθείρομαι, χάνομαι
3. διαλύω το στρατόπεδο και αποχωρώ.