Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποτρόπαιος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

-α, -ο (AM ἀποτρόπαιος, -ον) αποτροπή
αυτός που τον αποστρέφεται κανείς ως απαίσιο, αποκρουστικός
αρχ.
αυτός που απομακρύνει το κακό ή τις συμφορές.