Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απρακτώ

Greek Monolingual

(AM ἀπρακτῶ, -έω)
1. μένω αργός, αδρανώ
2. (για νόμο ή ιεροπραξία) δεν έχω ισχύ
αρχ.-μσν.
1. δεν φέρνω αποτέλεσμα
2. είμαι ακατάλληλος, ανεπιτήδειος.