Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αργία

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η (AM ἀργία) [[[αργός]] (II)]
1. παύση, ανάπαυση
2. τιμωρία, ιερωμένου με απαγόρευση να ιερουργεί
νεοελλ.
ημέρα αργίας, εορτάσιμη ημέρα, εορτή
αρχ.
1. το να μην εργάζεται κάποιος, έλλειψη εργασίας, απραξία (γνωμ., «ἀργία μήτηρ πάσης κακίας»)
2. οκνηρία, φυγοπονία
3. πληθ. αργίαι
εορτάσιμες ημέρες, διακοπές.