Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αργοπορία

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (Μ ἀργοπορία)
βραδυπορία, καθυστέρηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. αργοπόρος < αργός (II) + -πορος < πόρος.