Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρμέγω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

(Μ ἀρμέγω)
1. συσφίγγω τους μαστούς θηλυκού ζώου για την εξαγωγή γάλακτος
2. μτφ. εκμεταλλεύομαι κάποιον οικονομικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αλμέγω, με φωνητική τροπή του -λ- προ συμφώνου στο αντίστοιχο υγρό -ρ- (πρβλ. ελπίδα > ερπίδα, αδελφός > αδερφός, άλμη > άρμη) < αρχ. αμέλγω, με μετάθεση του -λ-].