Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρμέγω

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

(Μ ἀρμέγω)
1. συσφίγγω τους μαστούς θηλυκού ζώου για την εξαγωγή γάλακτος
2. μτφ. εκμεταλλεύομαι κάποιον οικονομικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αλμέγω, με φωνητική τροπή του -λ- προ συμφώνου στο αντίστοιχο υγρό -ρ- (πρβλ. ελπίδα > ερπίδα, αδελφός > αδερφός, άλμη > άρμη) < αρχ. αμέλγω, με μετάθεση του -λ-].