Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρχηγός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

ο (θηλ. αρχηγίνα, η) (AM ἀρχηγός, -όν)
1. ηγεμόνας, κυβερνήτης
2. ο επικεφαλής μιας ομάδας
3. (με αφηρημένες έννοιες) «αρχηγός μίσους» ή «αρχηγός στη φασαρία» — αυτός που πρωτοστατεί σε κάτι ή που έχει κάτι σε μεγάλο βαθμό
αρχ.
1. ως επίθ. ο αρχικός ή ο δημιουργικός, αυτός που δημιουργεί ή προκαλεί κάτι
2. ως ουσ. α) ο ιδρυτής
β) ο πρωταίτιος
3. (ουδ.) τὸ ἀρχηγόν
α) η δημιουργική δύναμη
β) το θεμελιώδες, το πρωταρχικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ- + -ηγός < άγω (πρβλ. αληγός, κυνηγός κ.ά.).
ΠΑΡ. αρχηγικός
νεοελλ.
αρχηγείο, αρχηγεύω, αρχηγία, αρχηγίσκος, αρχηγώ.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. οπλαρχηγός, συναρχηγός, υπαρχηγός].