Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρχοντικός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

-ή, -ο (AM ἀρχοντικός, -ή, -όν)
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε άρχοντα
νεοελλ.
1. εκείνος που ταιριάζει σε άρχοντα, ο μεγαλοπρεπής στην εμφάνιση και στους τρόπους
2. το ουδ. ως ουσ. το σπίτι πλούσιου ή άρχοντα (και φιλοφρονητικά κάθε σπίτι) («Σε τούτο δω τ' αρχοντικό πέτρα να μη ραγίσει»)
(αρχ.- μσν.) οἱ Ἀρχοντικοί
αιρετικοί οι οποίοι πίστευαν ότι ο κόσμος δεν έχει ένα μόνο δημιουργό και κυβερνήτη αλλά πολλούς.