Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρχοντολόι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το (Μ ἀρχοντολόγιν)
1. το σύνολο των αρχόντων ή η τάξη των αρχόντων
2. η τάξη των πλουσίων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άρχοντας + -λόι < μσν. -λόγιν < αρχ. λόγιον < λέγω «συλλέγω, συγκεντρώνω» (πρβλ. μελισσολόι, σκυλολόι, συγγενολόι)].