Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αστραπή

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

η (AM ἀστραπή)
1. το φωτεινό φαινόμενο που προκαλείται από ηλεκτρικές εκκενώσεις της ατμόσφαιρας κατά τη διάρκεια καταιγίδας ή ακόμη και έκρηξης ηφαιστείου
2. ζωηρή λάμψη, φεγγοβολή
3. η λάμψη των ματιών («το μάτι του βγάζει αστραπή»
«ἀστραπήν τιν' ὀμμάτων», Σοφ.)
νεοελλ.
1. ο κεραυνός
2. σύμβολο ταχύτητας («γίνομαι αστραπή»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιη είναι η σχέση μεταξύ των τ. αστραπή και αστράπτω. Η άποψη κατά την οποία πιθ. αστράπτω προέρχεται από μηδενισμένη βαθμ. του τ. αστερ-οπή (πρβλ. βλίττω < μηδεν. βαθμ. της λ. μέλι) και αστραπή < αστράπτω δεν αίρει τη δυσκολία ότι το ρ. θα έπρεπε να είναι αστράσσω, λόγω του ληκτικού χειλοϋπερωικού (-(ә)qụ, πρβλ. ρίζα οπ-). Η υπόθεση επίσης ότι αστραπή < αστερ-οπή, με μετάπτωση, δεν ερμηνεύει την τροπή του ο σε α, συνεπώς θα αναμένονταν τ. αστροπή και αστρόπτω, αν και με επιφύλαξη διατυπώνεται η σκέψη ότι πιθ. ο τ. αστράπτω αντικατέστησε το αστρόπτω, αναλογικά προς τα ρήματα σε -άπτω και, στη συνέχεια, προέκυψε ο τ. αστραπή < (ρ.) αστράπτω.
ΠΑΡ. αρχ. αστραπαίος
νεοελλ.
αστραπιαίος.
ΣΥΝΘ. αρχ.-μσν. αστραπηφόρος
μσν.
αστραπηβόλος, αστραπηλάτης, αστραπόβλητος
νεοελλ.
αστραπόβολο και -βόλι, αστραποβόλος, αστραπόβροντο, αστραπόδαρτος, αστραποκαίω, αστραπόμορφος, αστραποπέλεκας, αστραποπέρασμα, αστραπόπετρα, αστραποσύγνεφο, αστραποφεγγιά, αστροπελέκι].