Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ατελεύτητος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀτελεύτητος, -ον) τελευτώ
ο χωρίς τέλος, ο αιώνιος («ζωὴ ἀτελεύτητος»)
αρχ.
1. αυτός που δεν έχει περατωθεί, ατελής, ασυμπλήρωτος
2. ανεκπλήρωτος, ανεκτέλεστος
3. (για πρόσωπα) άκαμπτος, ασυμβίβαστος.