Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ατελεύτητος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀτελεύτητος, -ον) τελευτώ
ο χωρίς τέλος, ο αιώνιος («ζωὴ ἀτελεύτητος»)
αρχ.
1. αυτός που δεν έχει περατωθεί, ατελής, ασυμπλήρωτος
2. ανεκπλήρωτος, ανεκτέλεστος
3. (για πρόσωπα) άκαμπτος, ασυμβίβαστος.